Criticism

Κριτική μελέτη για το παιδικό βιβλίο

 «ΕΙΡΗΝΗ» του Τάκη Ζέρβα 

          Εικονογραφημένο παραμύθι, ιδεολογικό μανιφέστο, συναρμογή λόγου και εικόνας. Ένας εξαίσιος, εντυπωσιακός κόσμος, μια μαγική μεταφορά σε χρώματα και αρώματα, μια εικόνα διαφυγής από την άχρωμη καθημερινότητα. Ίσως οι μεγάλοι εντυπωσιάζονται περισσότερο, καθώς η παιδική φαντασία εν δυνάμει δραπετεύει μακριά από το σκληρό και ανταγωνιστικό κόσμο της κοινωνίας. Ένα παιδικό παραμύθι που μας μεταφέρει στον κόσμο που θα επιθυμούσαν οι οικοδόμοι του, δηλαδή εμείς , και ονειρεύονται τα παιδιά μας. Μια ευχάριστη οδοιπορία- ένας ανάλαφρος περίπατος με κατάληξη έναν κόσμο μη υπαρκτό, αλλά όχι ονειρικό ή ανέφικτο. Υπαρκτό για λίγους, προνομιούχους. Γι’ αυτούς που αρνούνται τη «δόξα» και την ευχαρίστηση της λαμπερής βιτρίνας και αρκούνται στο σκηνικό μιας ζωοδότρας δύναμης, όπως η φύση.

          Όπως κάθε μορφή τέχνης που απευθύνεται στα παιδιά κυρίως, έτσι και ο Τάκης Ζέρβας διαθέτει ισχυρή ευαισθησία, ευσυγκίνητη ψυχή για να οδηγήσει τα παιδιά σε ένα άλλο όραμα του κόσμου.

          Ολόκληρο φυσικά το παραμύθι συνιστά μια μεταφορά και μια προσωποποίηση. Η Ειρήνη μπορεί ή θα μπορούσε να είναι υπαρκτό πρόσωπο. Ενδεχομένως μια σύγχρονη Ρομπέν των Δασών, που κλέβει ζωή και φύση για να αντισταθεί στο σύγχρονο αστικό και καταπιεστικό περιβάλλον. Ο συγγραφέας οικειοποιείται το γνωστό παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας για να αντιστρέψει την ιδεολογική και παιδαγωγική λειτουργία του.

          Το κεντρικό και μοναδικό πρόσωπο του παραμυθιού είναι η Ειρήνη. Το παρατσούκλι της είναι κοκκινοσκουφίτσα. Έτσι την έλεγαν οι άλλοι. Επειδή δε φορούσε το κόκκινο σκουφάκι που της είχε χαρίσει μάνα της. Το όνομα της κοπέλας συνειρμικά οδηγεί στην κοινή επιθυμία, στο πανανθρώπινο αίτημα της ειρηνικής συμβίωσης τόσο μεταξύ των ανθρώπων όσο και στις σχέσεις του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον.

          Αντίθετα η Κοκκινοσκουφίτσα στη γνωστή εκδοχή της δέχεται την εχθρική επίθεση του λύκου, ο οποίος προσπαθεί να την καταπιεί. Άνθρωπος και ζώα αντιμετωπίζονται ως αντίπαλοι, σε μια ανταγωνιστική σχέση, όπου η αδύναμη νεαρή κοπέλα, εκτελώντας ένα αγαθό έργο, δέχεται την επίθεση του Λύκου. Για να φτάσει στο σπίτι της Γιαγιάς η μικρή, περνά μέσα από το δάσος. Η περιγραφή της μητέρας για το συγκεκριμένο χώρο διαμορφώνει ένα φόβο αδιόρατο στην παιδική ψυχή. Ο περίπατος στο δάσος δεν είναι απόλαυση. Το περιβάλλον εμφανίζεται εχθρικό , γεμάτο παγίδες. Άλλωστε υπάρχουν διατυπωμένες σοβαρές αντιρρήσεις και από ειδικούς επιστήμονες για την παιδαγωγική στόχευση του παραμυθιού.

          Η «Ειρήνη» του Τάκη Ζέρβα οικοδομεί μια αντίστροφη πορεία της δικής του Κοκκινοσκουφίτσας. Άλλωστε, εδώ,  η ηρωίδα  έχει όνομα. Είναι η Ειρήνη. Επιθυμεί να διασχίσει το δάσος για να επισκεφθεί τη φίλη της την Εύα. Εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι τη συγκεκριμένη μέρα δε λειτουργεί το σχολείο. Διατυπώνει το αίτημα στη μητέρα της, γνωρίζοντας ότι υπάρχει πάντα μια σκληρή ή και αυστηρή στάση των μεγάλων προς τα παιδιά. Ο φόβος ότι δε θα γίνει δεκτό το αίτημα της είναι διάχυτος.

          Ας δούμε πως διατυπώνεται η ίδια η σχέση με τη μητέρα της, πως προσλαμβάνει η παιδική ψυχή τη συμπεριφορά του γονιού απέναντι της.

           «Ξαφνικά της ήρθε μια καταπληκτική ιδέα. Θα πήγαινε βόλτα! Θα πήγαινε μόνη στη φίλη της την Εύα, που ζούσε βαθιά μέσα στο δάσος.

          Το πρόβλημα όμως ήταν η μάνα της, γιατί την πρόσεχε και την έλεγχε πολύ, και όλο τη διάταζε. Πως θα την άφηνε?»

          Έτσι, αδιόρατα και ανεπαίσθητα, η «Ειρήνη» περνά τα δικά της παιδαγωγικά μηνύματα. Η γονική φροντίδα είναι ασφυκτική πίεση, το ενδιαφέρον  αυστηρός έλεγχος. Οριοθετείται μια πρώτη παιδαγωγική και οικογενειακή σχέση, μάλλον καταπιεστική έως δυναστική για τα παιδιά. Νιώθουν τον απόλυτο έλεγχο, την υπακοή που επιβάλλεται ως σχέση εξουσίας και υποταγής.

          Η επιβεβαίωση αυτής της σχέσης έρχεται, όταν η Ειρήνη διατυπώνει το αίτημα στη μητέρα της. Ακούστε την απάντηση της μητέρας. Πρόκειται για την κλασική – ορθολογική, απαγορευτική και δεοντολογική παιδαγωγική αντίληψη.

          «-Μα τι λες Κοκκινοσκουφίτσα, την πείραξε η μάνα της. Θα αργήσεις στο φαγητό! Βρέχει! Θα κρυώσεις! Θα βραχούν τα ρούχα σου! Είναι συννεφιά! Θα λερώσεις τα καινούργια σου παπούτσια! Φυσάει. Κάνει κρύο! Θα βραχούν τα μαλλιά σου! Πρέπει να διαβάσεις και λίγο! Μα εσύ είσαι απρόσεκτη! Εσύ μόνο βόλτες θέλεις να πηγαίνεις! Δεν έχεις το μυαλό σου στα γράμματα!

 Τί θα πει ο πατέρας σου! Ο πατέρας σου είπε να προσέχεις για να μην κρυώσεις!

Θα φωνάζει! Υπάρχουν κακοί στο δάσος! Πρέπει να ακούς τους γονείς σου!

Θα σε φάει ο λύκος!»

          Η μητέρα τελικά κάμπτεται, ως είθισται, προβάλλοντας το αρχέτυπο του Πατέρα – Τιμωρού, του αυστηρού κριτή και τηρητή του Νόμου.

Το δεύτερο επίπεδο του παραμυθιού ξεκινά με την πορεία της Ειρήνης μέσα στο δάσος. Οι σκέψεις και η εν γένει στάση της ανατρέπουν την αντίληψη μας για τον περίπατο της Κοκκινοσκουφίτσας. Ο Τάκης Ζέρβας αναπτύσσει εδώ, μέσα από την έκθεση του μονολόγου της ηρωίδας, την ιδεολογία μα και την παιδαγωγία του παραμυθιού.

          Η σκέψη και η σχέση της Ειρήνης με το περιβάλλον και τον κόσμο είναι η ανάποδη, η αντίστροφη της κοινής λογικής. Ο αναγνώστης ξαφνιάζεται θετικά καθώς αντιμετωπίζει μια άλλη, ειρηνική και ουμανιστική σχέση του κοριτσιού με το δάσος, τη φύση, τους ανθρώπους, τα ζώα. Η Ειρήνη συμπαθεί κατεξοχήν το Λύκο, είναι μια αντίθετη ή ανάποδη Κοκκινοσκουφίτσα. Μια παραμυθιακή δύναμη προορισμένη να αλλάξει τον ορίζοντα του αναγνώστη.

          Πρώτα η σχέση της με το Λύκο. Είναι το πιο αγαπημένο της ζώο. Η ίδια περιγράφει πως αντιλαμβάνεται το ζώο, δίνει στιγμιότυπα και διατυπώνει γενικότερες σκέψεις. Ας ακούσουμε την ίδια: «Πήρε το ποδήλατο της και γρήγορα – γρήγορα έκανε φτερά για το δάσος αφήνοντας πίσω της την πόλη.

          Ήξερε ότι εκεί θα συναντούσε διάφορα ζώα, κι οπωσδήποτε το πιο αγαπημένο της απ’ όλα.

          Τον Λύκο!

          Τον αγαπάει τρελά το Λύκο.

          Ξαφνικά νάτος από μακριά! Τρέχει σαν τρελός!……..

          Η Ειρήνη κατεβαίνει από το ποδήλατο της και τον περιμένει όρθια. Αυτός, με ένα τελευταίο πήδημα πέφτει με δύναμη μέσα στην ανοιχτή αγκαλιά της, τη ρίχνει στη γη και αρχίζει να τη γλύφει γεμάτος χαρά στο πρόσωπο και στα χέρια………

          Τρελαμένοι και οι δύο από τη χαρά τους, άρχισαν να παίζουν και να κυνηγιούνται για αρκετή ώρα.»

          Αυτή η ερωτική και φιλική σχέση, καθόλου ειρηνική, οδηγεί την Ειρήνη στη διατύπωση των σκέψεων που είναι και του συγγραφέα. Εδώ, μέσα από την  αυθόρμητη παιδική ψυχή, την οπτική γωνία της Ειρήνης, ο αναγνώστης προσλαμβάνει τα μήνυμα: ο κόσμος είναι διαφορετικός, είναι αλλιώς…………..

Μπορεί να συμβεί το απίθανο, το αδύνατο. Οι άνθρωποι οριοθετούν τις σχέσεις τους ακόμα και με τα ζώα. αυτοί  είναι οι ρυθμιστές. Είναι όμως βίαιοι και άδικοι. Ο Λύκος χαϊδεύει την Ειρήνη και απομυθοποιεί την παραδοσιακή έχθρα του ζώου προς τον άνθρωπο. Η Ειρήνη βλέπει τους ανθρώπους, αντίθετα, να σκοτώνουν τα ζώα. Έτσι, επιθετικός, βίαιος, πατερναλιστής, με ένστικτο κυριαρχικό προβάλλει ο άνθρωπος. Αυτό προσλαμβάνει και οικειοποιείται η Ειρήνη. Ο άνθρωπος ανατρέπει την οικολογική ισορροπία.

          « Ο Λύκος δεν είναι φονιάς, σκέφτεται η Ειρήνη.

          Απλά είναι πολύ άγριος, πολύ όμορφος και πολύ περήφανος!

     Οι άνθρωποι δεν πρέπει να φοβούνται, ούτε να σκοτώνουν τα ζώα και τα πουλιά, λέει  μόνη της λυπημένη. Θυμάται πως ακόμα κι ο πατέρας της, μια φορά που ήταν μικρή, είχε σκοτώσει δύο μικρά πουλάκια με ένα τουφέκι.

     …..Γιατί τον κατηγορούν τον Λύκο; Γιατί τον απαγορεύουν στα παιδιά; Γιατί τον σκοτώνουν; Γιατί τον εξαφανίζουν σιγά- σιγά;

Αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν, να νιώσουν, το σκοτώνουν».

Καθώς η Ειρήνη προχωρεί στο δάσος, πλησιάζοντας στο σπίτι της Εύας, βρίσκονται σε μια περιοχή που κάηκε το προηγούμενο καλοκαίρι.«Καταστροφή μεγάλη! Δεν έμεινε τίποτα. πάνε τα δέντρα, πάνε τα λουλούδια, οι θάμνοι, τα ζώα, τα πουλιά, τα έντομα, πάνε όλα!

Ένα εργοστάσιο άρχισε να ξεφυτρώνει εκεί»!

Ο αφηγητής σχολιάζει με την οπτική γωνία της Ειρήνης τους ανθρώπους.

«η Ειρήνη ήξερε, πως οι  άνθρωποι προκαλούν αυτές τις καταστροφές και δεν τους συγχωρούσε με τίποτα. Δεν τους συγχωρούσε με τίποτα τους ανθρώπους.

     Καλοί είναι αλλά στα καλά καθούμενα κάνουν τέτοια άσχημα πράγματα..

Οι μισοί καταστρέφουν συνεχώς τη φύση και το περιβάλλον, τη θάλασσα, τον ουρανό, όλα.

Οι άλλοι μισούν, κυνηγούν αυτούς που καταστρέφουν!

     Γιατί άραγε;»

Το πρόβλημα της οικολογίας αποτελεί το σημαντικότερο στο παγκόσμιο σκηνικό. Καθώς ο άνθρωπος με την ανάπτυξη και διερεύνηση της οικονομικής δραστηριότητας, την σπατάλη των φυσικών πόρων ανατρέπει την ισορροπία υπονομεύοντας το μέλλον των παιδιών.

     Η παράλογη ανθρώπινη δράση φαίνεται στο σύγχρονο τρόπο ζωής. Η Ειρήνη επιθυμεί να εγκαταλείψει την πόλη. Θέλει να ζήσει κοντά στη φύση. Εκεί που ζει η φίλη της η Εύα. Με τα μάτια της Ειρήνης ο συγγραφέας διατυπώνει μια σειρά από αλήθειες και παρατηρήσεις που αφορούν τη λειτουργία της φύσης ως αρχέτυπης μήτρα ενός άλλου μοντέλου ζωής. Από τον Πλάτωνα έως το Ρουσσώ, το παιδαγωγικό και ηθικό μοντέλο αξιών του φυσικού τρόπου ζωής εξασφάλιζε αρμονία, ισορροπία, πνευματική εξάσκηση. Η αστικοποίηση, στέρησε μια πολύτιμη πηγή ερεθισμάτων, παραστάσεων, εμπειριών. Έναν πλούτο γνώσεων, δραστηριοτήτων, νοητικής ευεξίας.

Το παιχνίδι στη φύση ως μορφή απόλαυσης αλλά και πνευματική άσκηση δεν υπάρχει στο σύγχρονο τρόπο ζωής των παιδιών. Η φυσική εικόνα αντικαταστάθηκε από την ηλεκτρονική. Ακόμα και ο έρωτας, όπως παρατηρεί η Ειρήνη , ευδοκιμεί στο φυσικό περιβάλλον. Εκεί καταφεύγουν οι σύγχρονοι πολίτες για να νιώσουν ηρεμία, ευφορία, γαλήνη. Η πρόταση της Ειρήνης ταυτίζεται με αυτή του Ρουσσώ. Καλεί, όπως και εκείνος τον άνθρωπο να επιστρέψει στο φυσικό περιβάλλον. Όσο ο άνθρωπος ζούσε κοντά στη φύση ήταν ευτυχισμένος. Ο πολιτισμός, ας θυμηθούμε επιπλέον και τον Φρόιντ, είναι πηγή δυστυχίας για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό ζηλεύει ή ενδόμυχα θαυμάζει τη φίλη της την Εύα, που ζει κοντά στη φύση. Αυτή είναι ο δάσκαλος της. Η Εύα είναι το δευτερεύον πρόσωπο. Ωστόσο, όπως και η φίλη της, αρνείται να υιοθετήσει τον κυρίαρχο τρόπο ζωής. Δεν έχει τηλεόραση, δεν έχει φίλους, της αρέσουν τα φρούτα. Συνήθως τα παιδιά σήμερα διαθέτουν τα αντίστροφα: τηλεόραση, αγαπούν το κρέας ως διατροφική συνήθεια και είναι άφιλα (δίχως φίλους), μόνα. Η Εύα είναι ο αντίποδας της Ειρήνης. Στο πρόσωπο της ο συγγραφέας παρουσιάζει ανάγλυφα το δικό του παιδαγωγικό, αισθητικό, αξιακό αλλά και ηθικό μοντέλο. Η φύση, η τέχνη, ο έρωτας, η ελευθερία , η ανθρωπιά, η αγάπη, η φιλία.

     «Περνώντας το γεφύρι του μικρού ποταμού, ένιωσε μέσα στη ψυχούλα της ένα ωραίο συναίσθημα, μια χαρά, μια ικανοποίηση. Πάντα το ένιωθε αυτό, όταν απομακρυνόταν από την πόλη. Τώρα ένιωθε να αγαπάει περισσότερο τους ανθρώπους……………..

χαιρέτησε τους δύο ερωτευμένους, το αγόρι έπαιζε μουσική και το κορίτσι χόρευε στους ρυθμούς του έρωτα, ανάμεσα στα λουλούδια και τα δέντρα.

     Εδώ πάντα έχει ερωτευμένους, τους αρέσει πολύ το μέρος αυτό. Όταν ερωτεύονται φεύγουν από την πόλη και τρέχουν στα δάση και στην φύση. Κάποτε οι άνθρωποι πρέπει να ζήσουν και πάλι, πιο κοντά στη φύση!

     Η Εύα, δεν έκανε τα ίδια με τα άλλα παιδιά της ηλικίας της, διάβαζε άλλα βιβλία. Ζωγράφιζε, χόρευε, έπαιζε μουσική, δεν είχε τηλεόραση και είχε φίλους και φίλες που πήγαιναν τακτικά στο δάσος για να την δουν……..

     Το δάσος και η φύση ήταν οι μεγάλοι της δάσκαλοι. Εκεί τα είχε μάθει όλα»!

     Αφήσαμε για το τέλος, ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του παραμυθιού. Αυτό που πραγματικά εντυπωσιάζει είναι η παράσταση με την οποία η Ειρήνη αποδίδει την αντίληψη της για το σχολείο.

Βλέποντας ένα κοπάδι με πρόβατα στο δάσος, συνειρμικά παρομοιάζει  το σχολείο και τους μαθητές με τα πρόβατα.

«να και ο βοσκός!

Να και το κοπάδι με τα πρόβατα.

Της θύμισε τα πρωινά στο σχολείο, πριν μπουν στην τάξη. Όλα τα παιδιά ένα κοπάδι, πάντα πρόβατα κάνουν την προσευχή. Μετά, ένα – ένα μπαίνει στην τάξη του όμορφα, φρόνιμα, προσεκτικά, όπως πρέπει.

Μμμ! Λέει η Ειρήνη κοροϊδευτικά. Ωραία εικόνα!»

     Αφήνοντας την κρίση για τον τρόπο λειτουργίας του σχολείου, την παιδαγωγική και θεσμική του λειτουργία, ο προβληματισμός αγγίζει τον πυρήνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας αλλά και ευρύτερα της γνώσης που αποκτά το παιδί στη μαθησιακή διαδικασία. Ποια η ωφέλεια, η χρησιμότητα των γνώσεων;

«από την άλλη, αναρωτιόταν συνεχώς, σε τι τελικά της χρειάζονται όλα αυτά τα πράγματα που μαθαίνει κάθε μέρα, θέλει δε θέλει. Να τα μάθαινε και καλά!

     Αυτή πάντως, δεν είχε διαλέξει τίποτα από όλα αυτά. Δεν μπορούσε καν να φανταστεί σε τι θα της χρησίμευαν.

     Όμως δεν γινόταν να μιλήσει. Ούτε ήξερε πώς να τα πει για να την πιστέψουν και να την καταλάβουν. Ούτε και σε ποιόν να τα πει, όλα αυτά που την απασχολούσαν».

     Βιώνοντας την κρίσιμη ηλικία, όπου χιλιάδες ερωτήματα απασχολούν την γνήσια και άδολη παιδική ψυχή, η Ειρήνη καταλήγει ίσως στο ουσιωδέστερο ερώτημα για κάθε παιδί της ηλικίας αυτής. Τι είναι τελικά οι ανθρώπινες σχέσεις. Κυρίως η σχέση άντρα και γυναίκας. Η εισαγωγή του παιδιού στον κόσμο του έρωτα και της ηθικής. Κρίσιμα και ουσιώδη ερωτήματα για δυνατούς λύτες.

     «ένιωθε μέσα της περίεργα κι ευχάριστα πράγματα, που δε μπορούσε να τα καταλάβει καλά. Μεγάλωνε τώρα και ήθελε να μάθει, ήθελε να ξέρει για όλα. Για τις σχέσεις των ανθρώπων, για τον άντρα και τη γυναίκα κυρίως. Νομίζει, αν θυμάται καλά, πως αυτό για τις σχέσεις, ηθική το λένε».

     Ίσως το τέλος του παραμυθιού συνιστά τον ύμνο, την αγωνία, το πιστεύω, τη βαθιά εξομολόγηση κάθε παιδικής ψυχής προς ώτα ακουόντων ενηλίκων, αυτών που διαμόρφωσαν τον κόσμο, που προετοιμάζουν ένα μέλλον γεμάτο δεινά και συμφορές. Αλλά και που λειτουργούν καθημερινά μια κοινωνία ελαττωματική, πληκτική, άδικη, ακατανόητη για τον παιδικό κόσμο. Τα ερωτήματα και ο προβληματισμός που κλείνουν το παραμύθι παραμένουν ανοιχτά  και δικάζουν τις συνειδήσεις κάθε ευαίσθητου και υπεύθυνου γονιού, δασκάλου, πολίτη, πολιτικού, καλλιτέχνη.

Διαπερνούν κάθε  κύτταρο του οργανισμού μας, αφυπνίζοντας ίσως την ένοχη συνείδηση μας για ό,τι δημιουργούμε, τρέφοντας αυταπάτες πως «ποιούμε σπουδαία έργα».

     Το παραμύθι Ειρήνη του Τάκη Ζέρβα, χωρίς λεκτικούς βερμπαλισμούς, υπερβολικά δεξιοτεχνήματα, με απλή και στέρεη γλώσσα, λιτά μα σοφά αναδεικνύει τις παραστάσεις, τις εικόνες, τις ιδέες, τις αγωνίες, τις ευαισθησίες και μύρια ακόμα όσα η μοναδική παιδική ψυχή, με τις δικές της κεραίες, συλλαμβάνει. Με ευαισθησία σκιαγραφεί τον παιδικό κόσμο. Αναρωτιέται για το μέλλον του κόσμου, το μέλλον των παιδιών μας. Κάθε ερώτηση και μια γροθιά στη συνείδηση των υπευθύνων. Αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε , αν κλείνοντας το βιβλίο απολαύσουμε την ανάγνωση, τότε πρέπει να ομολογήσουμε!

     Υπάρχει μια άλλη οπτική του κόσμου. Υπάρχουν οι παιδικές ψυχές και συνειδήσεις που βιάζονται και εκβιάζονται από τη λογική και τη σιγουριά των ενηλίκων. Τα παιδιά αμφισβητούν τα πάντα. Ανατρέπουν τα πάντα. Αναποδογυρίζουν τον κόσμο που φτιάξαμε γι’ αυτά χωρίς αυτά. Υποφέρουν δίχως να μας το φωνάζουν. Το σιγοψιθυρίζουν. Αν συνεχίσουμε να αδιαφορούμε ίσως ο ψίθυρος γίνει κραυγή. Κραυγή για εμάς που υποκριτικά αγνοούμε την αθωότητα και βολευόμαστε με λιγότερο ουρανό, φύση, αγάπη, ομορφιά, φιλία, γνώση.

     Η εικονογράφηση του βιβλίου δίνει μια αισθητική διάσταση πρωτότυπη και εντυπωσιακή. Αναδεικνύει το περιεχόμενο με τρόπο φυσικό και αβίαστο. Ο παιδικός κυρίως αναγνώστης οδηγείται στο νόημα χωρίς τη μονότονη ανάγνωση του κειμένου. Ο συνδυασμός εικόνας και γλώσσας, η οπτικοποίηση του περιεχομένου, είναι διαπιστωμένο ότι ευνοεί την πρόσληψη , αλλά και την φαντασία.

     Αν υπάρχει ελπίδα αλλαγής του κόσμου, δυνατότητα συνειδητοποίησης του πολιτισμικού μοντέλου που οικοδομήσαμε ως χρεοκοπημένου και γηρασμένου, μονάχα μια οπτική γωνία και ψυχή, όταν εκφραστεί με επιδέξιο τρόπο, μπορεί να κινητοποιήσει ή να συνεγείρει όσους διαθέτουν λογική σκέψη μα και συναίσθημα για να αντισταθούν και περαιτέρω να οικοδομήσουν ένα καινούργιο κόσμο. –

ΛΑΖΑΡΗΣ ΑΘ. ΑΝΔΡΕΑΣ

ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ

ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ